Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Πώς Θα Φύγουμε Από Εδώ


Αν έχεις πρώην γυναίκα, νυν ερωμένη και έφηβη κόρη, τότε η Ελλάδα δεν είναι πια η χώρα σου. Ο Άρης Σφακιανάκης γράφει για την κρίση.

Κρίση
Κατάλαβα πρώτη φορά την κρίση σ' ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο της Αθήνας. Είχε μόλις κυκλοφορήσει το τελευταίο μου μυθιστόρημα και ήμουν περίεργος να μάθω την ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού. Ο υπεύθυνος του μαγαζιού με κοίταξε θλιμμένα και με τράβηξε στοργικά σε μια απόμερη γωνιά. «Δες και μόνος σου» είπε δείχνοντάς μου με μια κουρασμένη χειρονομία το χώρο, που έμοιαζε με την «Έρημη Χώρα» του Έλιοτ. «Η κίνηση έχει μειωθεί σημαντικά» συνέχισε. «Για την ακρίβεια, βαράμε μύγες». Έκανε μια παύση. «Αν το βιβλίο σου είχε βγει άλλη εποχή, θα πουλούσε δέκα φορές περισσότερο».

Πέρασε ένας χρόνος από τότε. Αυτή η άλλη εποχή για την οποία μίλησε ο φίλος μου απομακρύνεται ολοένα και πιο πολύ. Νιώθω να βρίσκομαι σε μια άδεια αποβάθρα τρένων όπου ο τελευταίος συρμός χάνεται στα βάθη του ορίζοντα κι ο σταθμάρχης σβήνει ένα ένα τα φώτα. Σάμπως παγιδευμένος σε ζοφερό διήγημα του Κάφκα κι ανήμπορος να γυρίσω σελίδα.

Είναι όμως αλήθεια τόσο τραγικά τα πράγματα; Φοβάμαι πως ναι (εντάξει, δεν είμαι ακριβώς αισιόδοξος χαρακτήρας, περισσότερο μια drama queen θα έλεγα). Η ερωμένη μου, για παράδειγμα, που είναι ηθοποιός, ζει το δικό της δράμα. Δουλειά δεν βρίσκει. Κάθεται όλη μέρα πάνω από το τηλέφωνο περιμένοντας να χτυπήσει. Μάταια. Τα σίριαλ έχουν περικοπεί. Οι οντισιόν για διαφημιστικά, ελάχιστες. Το Εθνικό Θέατρο παίρνει για τις παραστάσεις του όσους έχουν μπάρμπα στην Κορώνη («Βρες ένα μπάρμπα από την Κορώνη, βρε κορίτσι μου» της λέω. «Εγώ είμαι ένας απλός μπάρμπας από την Κρήτη»).

Εκείνη κλαίει και οδύρεται. «Τι μεγάλο λάθος έκανα που έφυγα από το Παρίσι» λέει. «Εκεί μπορεί να ήμουν άνεργη επίσης, όμως έβγαινα μια βόλτα στο Μαρέ, τριγύριζα στο Σηκουάνα, έτρωγα στο Καρτιέ Λατέν. Εδώ φοβάμαι μη με βιάσουν στου Ψυρρή, μη με κλέψουν στο Γκάζι, μη με χαρακώσουν στην Ομόνοια. Άσε που στο Παρίσι βλέπεις στο θέατρο τη Φανί Αρντάν με 10 ευρώ εισιτήριο και εδώ θέλεις 25 για να δεις την Μπέσι Μάλφα».

Η κόρη μου, πάλι, που πηγαίνει Β' Γυμνασίου και θέλει επίσης να γίνει ηθοποιός (τι είδους κάρμα πληρώνω και μπλέκω συνέχεια με ηθοποιίνες, ένας Θεός το ξέρει — και λέω Θεός γιατί δεν μπορώ να πληρώσω ψυχαναλυτή), η κόρη μου λοιπόν έχει δηλώσει ότι μόλις τελειώσει με το σχολείο θέλει να φύγει στο εξωτερικό. «Μπαμπά, η Ελλάδα έχει πεθάνει» μου λέει. «Εδώ δεν έχεις ευκαιρίες, το εκπαιδευτικό σύστημα νοσεί, οι δουλειές είναι λίγες και τα λεφτά ελάχιστα».

«Υπάρχουν και οι βίζιτες» λέω «είσαι νέο και όμορφο κορίτσι, αν γυρίσουμε καμιά τσόντα σε μοναστήρι, μπορεί και να γίνουμε πλούσιοι». Εντάξει, δεν το λέω αυτό (για το μοναστήρι), όμως τι διάβολο είναι αυτό που με εμποδίζει να το πω, έγινα ξαφνικά ηθικολόγος στα πενήντα μου; Αφού θα το δώσει που θα το δώσει, γιατί να το κάνει τσάμπα; «Κοίτα να βρεις κανέναν πλούσιο άντρα να παντρευτείς» λέω «μήπως και σωθείς».

Δεν φοβάμαι για την κόρη μου, είναι Αιγόκερως κι επομένως έχει σωστή αίσθηση του χρήματος. Φοβάμαι για την πρώην γυναίκα μου, που δημοσιογραφεί σε μεγάλο ιδιωτικό κανάλι. «Πάλι απολύσανε δυο συναδέλφους σήμερα» με πληροφορεί τηλεφωνικά. «Τρέμω μήπως έρθει η σειρά μου».

Εγώ πάλι τρέμω ότι, αν μείνει χωρίς δουλειά, θα μου ζητήσει να της αυξήσω τη διατροφή. Και προσεύχομαι κάθε βράδυ στον άγνωστο Θεό να μη χάσει τη δουλειά της, για να 'χει να πληρώνει το στεγαστικό της δάνειο και να μείνει και σε μένα κανένα φράγκο στο πορτοφόλι ώστε να μπορέσω να στείλω κάποτε την κόρη μας στο εξωτερικό. (Παρεμπιπτόντως, ποιος τολμητίας έχει το θράσος να κάνει παιδιά τη σήμερον ημέρα αν δεν έχει πίσω του τη μισή Εύβοια και τεταρτημόριο της Χαλκιδικής);

Είναι και οι φίλοι μου οι εστιάτορες που τα 'χουν βάψει μαύρα. Παρόλο που αδιαφορούν επιδεικτικά για τους περιορισμούς του καπνίσματος (ποιους περιορισμούς, κάποιος μας κάνει πλάκα), τα μαγαζιά τους φυτοζωούν. Τους λέω «Ρε παιδιά, κατεβάστε λίγο τις τιμές. Δεν μπορεί να πουλάτε μια μακαρονάδα 15 ευρώ»! Αμίλητοι μου βάζουν κάτω απ' τη μύτη τον αναθεωρημένο τους κατάλογο: η μακαρονάδα τιμάται πλέον 14,5.

Όσοι από τους γνωστούς μου έχουν κάποιο κομπόδεμα (διαθέτω και τέτοιους γνωστούς, ελάχιστους είναι η αλήθεια) βασανίζονται ολημερίς κι ολονυχτίς με το δίλημμα σε ποια χώρα του εξωτερικού να βγάλουν τα λεφτά τους. Να τα φυγαδεύσουν στην Κύπρο ή την Ελβετία, ιδού η απορία. Έχουν χάσει τον ύπνο τους και λοιδωρούν την κυβέρνηση που με τα νέα τεκμήρια (πρώτη κατοικία 600 τετραγωνικών μέτρων, έπαυλη στο Κάπρι, έναν ουλαμό Φιλιππινέζων και μισή ντουζίνα πισίνες) θα είναι πλέον αναγκασμένοι να δηλώσουν στην εφορία ετήσιο εισόδημα 40.000 ευρώ, εκείνοι που κάποτε έπαιρναν επιστροφή φόρου.

Το συγγραφικόν εσνάφιον παραδίδει μαθήματα δημιουργικής γραφής για να επιβιώσει, ενώ ολοένα και νεότεροι συγγραφείς κυκλοφορούν έχοντας υπό μάλης το εγχειρίδιο του Κνουτ Χάμσουν «Η Πείνα».

Στα διαδυκτιακά σάιτ στοιχήματος ο μεγάλος τζόγος παίζεται για τη σχετική ημερομηνία που η Ελλάδα θα κηρύξει πτώχευση. Έχει σαφώς μεγαλύτερο σασπένς απ' το αν θα πάρει το Τσάμπιονς Λιγκ η Μπάγερν ή η Ίντερ. Η ψαλίδα των σπρεντ απεικονίζει περίφημα –όμοια πίνακας του Μπροχ- τα εφιαλτικά σενάρια που βυθίζουν τη χώρα όλο και βαθύτερα στους δακτυλίους της δαντικής Κόλασης.

Η ερωμένη μου δεν ψωνίζει πια απ' του Βαν Κλιφ ή απ' του Μανόλο Μπλάνικ, μα συχνάζει ολοένα και περισσότερο στα βίντατζ μαγαζιά αλλά και το Zara. Η κόρη μου αγοράζει μεν γυαλιά Ρέιμπαν, πλην όμως περσινής χρονιάς, ήγουν φτηνότερα. Κι εγώ, ο αείποτε θαμών του Χιούγκο Μπος και των Replay, τώρα περιφέρομαι πελιδνός και άφραγκος, σαν ξεπεσμένος πρίγκηψ, στο θηριώδες Factory Outlet.

Κι ενώ στην αρχή περίμενα πως ετούτη εδώ η κρίση μπορεί και να μας έβγαινε σε καλό, πως ίσως επανεξετάζαμε τις αξίες της ζωής κι αποτινάσσαμε από πάνω μας την εξάρτηση από την ύλη και τον ξέφρενο καταναλωτισμό, πως ίσως αρχίζαμε πάλι να μιλάμε για πνευματικά οράματα και γι’ αλλαγή του κόσμου και του ατόμου, η μόνη αγωνία που βλέπω γύρω μου είναι για τον απολεσθέντα υλικό παράδεισο. Κι έπιανα πρώτο τον εαυτό μου να θλίβεται που δεν μπορούσα ν’ αγγίξω τη θερινή κολεξιόν του Κέδρου ή του Καστανιώτη.

Μ’ αυτές τις αισιόδοξες σκέψεις τριγύρναγα τις προάλλες στο κέντρο της Αθήνας (έχοντας μόλις λάβει τη χαρμόσυνη είδηση ότι ένας εκδότης που μου χρωστούσε λεφτά είχε κηρύξει στάση πληρωμών), όταν έπεσα πάνω σ’ έναν φίλο ποιητή — ναι, κυκλοφορούν ακόμα ανάμεσά μας.

Με κοίταξε περίλυπος και με ρώτησε: «Πώς είσαι»;

«Σε κατάθλιψη» του αποκρίθηκα. «Έχω χάσει το γέλιο μου».

«Α, δεν είναι τίποτα» με καθησύχασε. «Εγώ είμαι χρόνια σε κατάθλιψη. Μάλιστα, παίρνω χάπια για να μπορέσω να κοιμηθώ. Θέλεις να σου δώσω το τηλέφωνο του γιατρού μου»;

«Δεν μου δίνεις καλύτερα το τηλέφωνο του ταξιδιωτικού σου πράκτορα»;

«Γιατί, σχεδιάζεις ταξίδι;» με ρώτησε. «Θα πάρεις το δρόμο του μεταξιού»;

«Μάλλον το δρόμο της μετανάστευσης» είπα σαρκαστικά.

Κανείς μας δεν γέλασε.

*Το τελευταίο βιβλίο του Άρη Σφακιανάκη Η μοναξιά δε μου ταιριάζει κυκλοφορεί από τον Κέδρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου