Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Μαραθώνας - Εχετλαίος

Ήταν πολύ ζεστός ο καιρός εκείνο το μεσημέρι του Σεπτέμβρη .Πάνω σ ένα ψηλό λόφο, που οι ντόπιοι ονοματίζανε Κοτρώνι, είχε σαν αποστολή του,να ελέγξει τις σκοπιές, μετά από τους ελέγχους στην περίμετρο της μονάδας του.Όπως στεκότανε με πρόσωπο στη θάλασσα ,θωρούσε προς τα δεξιά του,το πρόχειρο αεροδρόμιο της Βασιλικής πολεμικής αεροπορίας,που έδινε το αχνό στίγμα του, με κάποια σκόρπια ξύλινα παραπήγματα και αντίσκηνα γύρω απ τον μικρό χωμάτινο διάδρομο του.Το είχανε σαν εφεδρικό σε περίπτωση βομβαρδισμού του μεγάλου αεροδρομίου στο Χασάνι (Ελληνικό) ,από την Ιταλική αεροπορία, καθώς μετά τον άνανδρο τορπιλισμό του εύδρομου «Έλλη» ,στα νερά της Τήνου,ο πόλεμος αχνοαφαινότανε στον φορτισμένο ορίζοντα.Στ αριστερά του απλωνότανε γαλήνια η παραλία του Σχοινιά και πιο πέρα βάλτοι ,ενώ μπροστά του το αιχμηρό ακρωτήρι του Κυνόσουρα, έσκιζε με μανία τη θάλασσα στα δύο.Πίσω του το χωριό του Μαραθώνα.,του έδινε την αίσθηση ότι δεν ήτανε μονάχος σ εκείνη την ορεινή ερημιά του Θεού.Ηταν «γραμματιζούμενος» για την εποχή του, καθώς είχε τελειώσει το οχτατάξιο Γυμνάσιο και μάλιστα με πολύ καλό βαθμό. Όμως τα οικονομικά της αγροτικής φαμίλιας του, δεν επιτρέπανε ανώτατες σπουδές.Έτσι φοίτησε στην σχολή υπαξιωματικών και αποφοίτησε με το βαθμό του μόνιμου Σμηνία, μια καριέρα που πολλοί στην εποχή του θα την ζηλεύανε.Η ειδικότητα του οπλουργού, είχε μεγάλες ευθύνες ,καθώς είχε χρεωθεί από τυφέκια μάνλιχερ,ως και αντιαεροπορικά μπόφωρ, αλλά δεν τον απάλλασσε από την υποχρέωση των ελέγχων στις σκοπιές, καθώς και τις περιπολίες.Μόλις είχε τελειώσει τους ελέγχους στο λόφο και είχε ανάγκη από λίγη ξεκούραση, πριν πάρει την κατηφόρα από ένα στενό μονοπάτι που θα τον οδηγούσε στην μονάδα του.Ακούμπησε σε μια μεγάλη πέτρα το βαρύ «τόμσον» ,καθώς και το κράνος του, πίνοντας με βουλιμία απ το νερό του παγουριού του.

Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι στο πρόσωπο του, αλλά για καλή του τύχη ,ένα τεράστιο πουρνάρι του έκρυβε τον ήλιο.Έριξε μια ματιά στο βάθος του ορίζοντα,μέχρις εκεί που έφτανε το μάτι.Μόνο μικρά ψαροκάικα αυλακώνανε την γαλάζια αλμύρα, αφήνοντας ξοπίσω τους, μια μικρή λουρίδα παιχνιδιάρικου αφρού.Πολύ θα ήθελε να πάρει έστω για λίγο έναν υπνάκο, κάτω από εκείνη τη φιλόξενη σκιά, αλλά μια παράξενη ομίχλη σκέπασε στα ξαφνικά τα πάντα.Κρέμασε στον ώμο του το «τόμσον» και κρατώντας απ τον ιμάντα του το βαρύ κράνος, ετοιμάστηκε να κατηφορίσει το λόφο, με πορεία προς το γνώριμο του μονοπάτι.Όμως μόλις αχνοφαινότανε, αναγκάζοντας τον να σταματήσει.Ξαφνικά η ομίχλη διαλύθηκε μπροστά σ ένα τοπίο εξωπραγματικό. Έριξε μια ματιά προς το χωριό,αλλά δεν υπήρχε κάν,παρα μόνο κάποιες καλύβες, προφανώς βοσκών.«Ονειρεύομαι» ,μονολόγησε ,όταν αντίκρισε στην παραλία δεκάδες ιστιοφόρα μιας άλλης εποχής.Κοντά στα έλη, μεγάλες πολύχρωμες σκηνές και χιλιάδες στρατιώτες με παράξενες φορεσιές, τον έκαναν στην κυριολεξία να μαρμαρώσει.Κλαγγές από σίδερο σε κάτι το μεταλλικό, τον έκανε να στραφεί προς την βάση του λόφου.Τότε αντίκρισε εκείνους!Ητανε παρατεταγμένοι ως τον απέναντι λόφο, με τις μεγάλες στρογγυλές τους ασπίδες να τους αλληλοκαλύπτουν και τα αιχμηρά τους δόρατα κάθετα στο έδαφος και σε θέση αναμονής.Κράνη με πολύχρωμα λοφία ,κυμάτιζαν στο αεράκι που ρχότανε απ τη θάλασσα .«Θεέ και Κύριε,ζώ το παρελθόν,μεσα από όνειρο?» είπε βγάζοντας μια κραυγή απόγνωσης.Για να βεβαιωθεί ότι δεν κοιμότανε, έριξε στο κεφάλι του το υπόλοιπο νερό απ το παγούρι του, νοιώθοντας την πρόσκαιρη δροσιά του.Κατέβηκε το λόφο με μεγάλη προσοχή, καθώς το μονοπάτι δεν υπήρχε για να το διαβεί και βρέθηκε μια ανάσα κοντά τους, αλλά λίγα μέτρα πιο ψηλά,για να μη τον δούνε .Η λαλιά τους, θύμιζε διαλόγους από το μάθημα των αρχαίων Ελληνικών ,που τόσο μισούσε.
Εκείνη την στιγμή μια τεράστια φάλαγγα από τους ποικιλόχρωμα ντυμένους πεζικάριους,που είχαν κατασκηνώσει κοντά στους βάλτους,πλησίαζε.Πρόσεξε τις παραλληλόγραμμες καλαμωτές ασπίδες τους, που με ευκολία κρατούσανε στ αριστερό τους χέρι και τα κοντά τους δόρατα στραμμένα προς τα εμπρός.Οι σκούφοι τους,θυμίζανε αποκριάτικες μασκαράτες και λίγο έλειψε να ξεσπάσει στα γέλια. Όμως όταν συνειδητοποίησε ότι δεν είχε να κάνει με καρναβάλι, σκοτείνιασε.«Πέρσες !»,ούρλιαξε , νοιώθοντας ρίγη να να διαπερνούν την ραχοκοκαλιά του.Ξαφνικά εκείνοι σταματήσανε, λές και κάτι περιμένανε.Πράγματι,δεν αργησε να λυθεί η απορία του,καθώς ένα σύγνεφο από βέλη κάλυψε τον ουρανό.

Οι άλλοι με τα λοφία, είχανε ήδη γονατίσει και καλυφθεί, ώστε να μην έχουνε απώλειες, κάνοντας τον να κορδώσει από υπερηφάνεια.«Αχ πόσο θάθελα να μην έκανα σκασιαρχείο στ αρχαία Ελληνικά» ψέλλισε παραπονιάρικα.οι Πέρσες όμως συνέχιζαν την πορεία τους προς τα εμπρός,συντεταγμένοι και σε τεράστιους αριθμούς.Η σύγκρουση ήτανε τόσο σφοδρή, που νόμιζε πως ο λόφος θα κατέρρεε.Στην αρχή οι δυο αντίπαλοι στρατοί σπρωχνόντουσαν ,αλλά μετά κάνοντας ένα βήμα πίσω οι ομολαλοί του ,έστρεψαν τα δόρατα προς το μέρος τους. Τότε οι Πέρσες συνεχίζοντας το σπρώξιμο των μπροστινών τους ,πέσανε επάνω στις ακονισμένες αιχμές που στην κυριολεξία τους σουβλίζανε.Οι εικόνες τον έκαναν να φρικιάσει και να γυρίσει το κεφάλι του αλλού, αλλά όταν είδε χιλιάδες εφεδρείες των Περσών να κατακλύζουν τον χώρο,το αποφάσισε.Κατέβηκε πιο κάτω και οπλίζοντας το τόμσον, άρχισε να τους θερίζει κατά δεκάδες.Όταν η μάχη κόπασε και οι Πέρσες ήδη αναχωρούσανε αφήνοντας χιλιάδες νεκρούς στο πεδίο της μάχης, κάποιος με περίτεχνη περικεφαλαία, τον πλησίασε ,κοιτάζοντας με θαυμασμό το αυτόματο του που ακόμα κάπνιζε ,για να τον ευχαριστήσει, ρωτώντας τον πως το λένε.Δεν πολυκατάλαβε την ερώτηση στα αρχαία Ελληνικά, αλλά την διαισθάνθηκε από την προσμονή που ήτανε ολοφάνερη στα χαρούμενα πρόσωπα των στρατιωτών του."Μιλτιάδης" του συστήθηκε εκείνος,περιμενοντας ανυπόμονα ν ακουσει και το δικό του όνομα.Τελικά του είπε τ όνομα του και στο κατόπιν ουρανομήκεις ζητωκραυγές το επανέλαβαν.Στη συνέχεια η ομίχλη κάλυψε και πάλι τα πάντα,αλλά στη συνέχεια διαλυθηκε μ ένα φύσιμα τ αγέρα και το μονοπάτι φάνηκε ξανά μπροστά του.
Στο βάθος του ορίζοντα, βαρκούλες αρμένιζαν και γλάροι βουτούσαν στα απόνερα ξοπίσω τους.Ο Πρώτος που συνάντησε στην πύλη, ήτανε ο σμηναγός του, που κουβέντιαζε με τους αερονόμους.
« Εχετλαίε,πώς τα πήγες, όλα καλά?»,τον ρώτησε χτυπώντας τον φιλικά στον ώμο.«Όλα καλά σμηναγέ μου, όλα καλά», απάντησε εκείνος, κρύβοντας το σακίδιο του με τους άδειους κάλυκες από τα αδιάκριτα μάτια του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου