Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Στη «χώρα των Θεών» και της «θεϊκής τρέλας»


ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΉ τρέλας όταν ο Τζον αποφάσισε να κτίσει σπίτι στη Πελοπόννησο. Μόνο δύο λεπτά χρειάστηκε να σταθεί στο οικόπεδο, ατενίζοντας ουρανό και θάλασσα, για να καταλήξει στην απόφασή του. Αλλωστε ο γιος του, Κρίστοφερ, ήταν ήδη εγκατεστημένος στην Ελλάδα, και η προοπτική να κτίσει σπίτι κοντά στην Επίδαυρο άνοιγε στον Τζον την ευκαιρία να κάνει δεύτερη πατρίδα του τη «χώρα των Θεών», και να 'ναι πιο συχνά κοντά στο παιδί του. Εφτασαν 4 μόλις χρόνια για να αποδειχθεί ότι εκείνη η απόφαση, που πάρθηκε σε μια στιγμή «θεϊκής τρέλας», ήταν η χειρότερη που πήρε ποτέ στη ζωή του.

Η φωτογραφία από το σπίτι του Τζον Χάμφριζ είναι του Αλουν Κάλεντερ και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ντέιλι Μέιλ». Η φωτογραφία από το σπίτι του Τζον Χάμφριζ είναι του Αλουν Κάλεντερ και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ντέιλι Μέιλ». Ο Τζον Χάμφριζ είναι από τους πιο παλιούς και καταξιωμένους δημοσιογράφους του BBC. Εχει περάσει από όλες τις βαθμίδες του οργανισμού και τώρα παρουσιάζει την εκπομπή Today στο 4ο πρόγραμμα ραδιοφωνίας του BBC. Ηταν επίσης εκείνος που, με τα ρεπορτάζ του από την Αιθιοπία στις αρχές της δεκαετίας του '80, έδειξε στον κόσμο όλον το πρόσωπο του ανθρώπου που πέθαινε επειδή δεν είχε τροφή να φάει.

Ο Κρίστοφερ Χάμφριζ είναι γιος του παλαίμαχου δημοσιογράφου. Ζει στην Ελλάδα εδώ και 17 χρόνια. Τον έφερε εδώ η μουσική του. Είναι τσελίστας στην Καμεράτα του Μεγάρου Μουσικής. Πατέρας και γιος έγραψαν από κοινού ένα βιβλίο που έχει τίτλο «Γαλάζιοι Ουρανοί και Μαύρες Ελιές». Αναφέρεται στην Ελλάδα και στους Ελληνες. Το μισό είναι ένας ύμνος για τον τόπο μας. Συγκινείσαι μέχρι δακρύων. Αυτό το μισό είναι οι «Γαλάζιοι Ουρανοί». Το άλλο μισό περιγράφει την περιπέτειά τους όταν αποφάσισαν, να αγοράσουν γη και να φτιάξουν σπίτι. Επέλεξαν την Πελοπόννησο, που ο Τζον ονομάζει «το ωραιότερο μέρος του κόσμου». Ο Κρίστοφερ το είχε ερωτευθεί το μέρος, πολύ κοντά στην Αρχαία Επίδαυρο, από τις συναυλίες που έδινε εκεί με την Καμεράτα.

«Εάν μπορούσα να προβλέψω, εκείνη τη νύχτα που το αεροπλάνο μου προσγειώθηκε στην Αθήνα, σε τι περιπέτεια θα έμπαινα, πόσοι άνθρωποι θα με ενέπαιζαν, πόσοι θα με ταπείνωναν, πόσοι θα με έκλεβαν, θα έπαιρνα το ίδιο αεροπλάνο και θα επέστρεφα στο Λονδίνο» λέει ο Τζον. Αυτό το μισό του βιβλίου είναι οι «Μαύρες Ελιές». Η Ελλάδα που σε κάνει να ντρέπεσαι, να θέλεις να κρυφτείς. Να μπεις και συ στο αεροπλάνο και να φύγεις για οπουδήποτε. Μακριά από δω.

Δεν έμεινε εργολάβος, λέει, που να μην τον κλέψει ή να μην είναι ασυνεπής. Απαιτούσαν τεράστια χρηματικά ποσά για εργασίες που οι Χάμφριζ ποτέ δεν είχαν ζητήσει. Γεύτηκαν την κακοτεχνία πολλών μαστόρων και γνώρισαν από πρώτο χέρι την βαρβαρότητα της γραφειοκρατίας του Δημοσίου.

«Είναι σαν να προσπαθείς να περάσεις μια ρηχή λίμνη, με πολλή λάσπη, φορώντας βαρύ αδιάβροχο πανωφόρι, γαλότσες με επένδυση από μολύβι, έχοντας τα μάτια σου δεμένα και γνωρίζοντας πως, εάν ποτέ καταφέρεις να φτάσεις στην ακτή, θα σε περιμένει εκεί ένας άλλος υπάλληλος-αξιωματούχος για να σε σπρώξει ξανά στη λίμνη» λέει ο Τζον Χάμφριζ.

Κατά τον δημοσιογράφο του BBC, όλος ο δημόσιος τομέας είναι «ένα τεράστιο γραφείο ανεύρεσης εργασίας» για υπαλλήλους που, όταν εξασφαλίσουν τη μονιμότητά τους, «ή θα βάλουν εμπόδια στο να διεκπεραιώσει ο πολίτης μια υπόθεσή του ή θα το κάνουν να φανεί τόσο δύσκολο, ώστε να μπορέσουν να ζητήσουν να προσληφθούν κι άλλοι για να κάνουν τη... δύσκολη δουλειά».

Ο γιος του, Κρίστοφερ, είναι λιγότερο αυστηρός και περισσότερο αισιόδοξος. Βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο, όχι μισοάδειο. Είναι μουσικός ο άνθρωπος, όχι δημοσιογράφος! Το μέλλον, στα δικά του μάτια, είναι «ένας ολόχρυσος ορίζοντας και ο ήλιος που ανατέλλει κάθε πρωί σ' έναν κόσμο γεμάτο από ευκαιρίες, αρμονία, πλούτο και χαρά για όλους». Οταν κάποιος του υπόσχεται κάτι, ο Κρίστοφερ πιστεύει βαθιά μες στην ψυχή του ότι αυτός ο «κάποιος» θα εκπληρώσει την υπόσχεση. Εμπλοκή του με «την Ελλάδα της Ανάπτυξης» και του «Fast-Track», όπως λέει κι ο κ. Παμπούκης σήμερα, τον προσγείωσε και αυτόν.

Γεννήθηκε στην Ουαλία ο Τζον Χάμφριζ. Μια ζωή δημοσιογράφος, πέρασε ατέλειωτα μερόνυχτα σε δωμάτια ξενοδοχείων. Ηθελε, στα ύστερά του χρόνια, να καταλήξει στη χώρα με την οποία, μέσω των αμέτρητων βιβλίων που διάβασε γι' αυτήν, ήταν «αθεράπευτα ερωτευμένος»: την Ελλάδα. Δεν ήξερε, όμως, ακριβώς πού.

Η Πελοπόννησος τον κέρδισε από την πρώτη στιγμή. Λάτρεψε τις ακτές, τα βουνά, τα χωριά της. Ηθελε να την ανακαλύψει απ' άκρη σ' άκρη, αλλά ούτε αυτό ήταν εύκολο. «Η χώρα είναι χρεοκοπημένη. Η οικονομική της επιβίωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό. Χωρίς τα λεφτά από ξένους επισκέπτες, οι λογαριασμοί του κράτους δεν θα ισοσκελιστούν ποτέ. Οχι πως ισοσκελίστηκαν ακόμα και όταν έρρεε το χρήμα από τουρίστες, αλλά αυτό είναι θέμα άλλου βιβλίου. Οπως και να 'χει, η Ελλάδα χρειάζεται τον τουρισμό, όπως ένας ποπ σταρ χρειάζεται τη δημοσιότητα. Και εδώ, περίπου δύο ώρες από την πρωτεύουσα, βρίσκεται κάποιος σε μια από τις πιο ειδυλλιακές γωνιές της Ευρώπης. Τι συμβαίνει όμως όταν επισκέπτεσαι ένα γραφείο του ΕΟΤ στην Αθήνα και τους λες ότι θέλεις να ξοδέψεις λίγα χρήματα στην Πελοπόννησο; Σε κοιτάνε λες και προσπαθείς να κλείσεις διπλό δωμάτιο με μπάνιο και έγχρωμη τηλεόραση για Σαββατοκύριακο στη χαμένη πόλη της Ατλαντίδας. Στην καλύτερη περίπτωση, θα σου δώσουν ένα τουριστικό φυλλάδιο με έναν υποτυπώδη χάρτη, που αποκλείεται να σε καθοδηγήσει πουθενά».

Το βιβλίο «Blue Skies & Black Olives» κυκλοφορεί στα αγγλικά από τις εκδόσεις «Hodder». Ο Τζον Χάμφριζ είναι από εκείνους τους δημοσιογράφους στην Αγγλία που ο κόσμος εκτιμά τόσο πολύ, ώστε πιστεύει κάθε του κουβέντα. Είναι βέβαιο ότι όσοι το διάβασαν, και όχι μόνο στη Βρετανία, αφού έχει κάνει «μεγάλες πωλήσεις διεθνώς», δεν θα περιμένουν τον «ελληνικό αντίλογο» για να αποφασίσουν όχι μόνο εάν θα έρθουν να επενδύσουν στην Ελλάδα αλλά ακόμα και αν θα την επισκεφθούν.

Τα όσα γράφει για τη «φρικτή εμπειρία» του στις πολεοδομίες του Πόρου και του Πειραιά είναι αρκετά για να κάνουν περισσότερη ζημιά στον τόπο απ' ό,τι όλες οι εκθέσεις των Moody's και Standard & Poor's. Μόνο που ο Χάμφριζ έχει δίκιο. Και δεν παίζει παιχνίδια. Μακάρι να γινόταν να διαβαστεί μόνο το μισό βιβλίο, το «Γαλάζιοι Ουρανοί», αλλά δεν γίνεται. Οι «μαύρες ελιές» είναι σκορπισμένες παντού...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου